Μια ονοματοδοσία που κουκουλώνει τις κρατικές ευθύνες

 


Πριν 2 χρόνια θρηνήσαμε τον χαμό μιας 39χρονης μητέρας που έχασε τη ζωή της σε τροχαίο δυστύχημα τον Οκτώβριο του 2024, της Νάντιας Κυριάκου, εξ αιτίας της οδικής παραβατικής συμπεριφοράς ενός Ρομά. Η ατμόσφαιρα ήταν φανερά ηλεκτρισμένη και κάποιοι με συνθήματα στην κύτη του Ινάχου φρόντισαν να την επιβαρύνουν πολύ περισσότερο δίνοντάς της φυλετικά χαρακτηριστικά κατά των Ρομά της Νέας Κίου.

Από την άλλη μεριά, το κράτος απολάμβανε την απόσειση των ευθυνών του για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει ομάδες Ρομά, βυθισμένες στην εμπορία ναρκωτικών, στις κλοπές και στις απάτες. Αυτός ο θάνατος ήρθε κουτί για το κράτος. Είχε, και δικαίως συναισθηματική φόρτιση, αφού η θανούσα ήταν πολύ αγαπητή στην τοπική κοινωνία και στους συναδέλφους της, και από την άλλη στόχευε μια κοινωνική ευάλωτη ομάδα, πρόσφορη για στοχοποίηση. Ένας θάνατος αρκούσε να ενοχοποιήσει όλους τους Ρομά, εκείνους που οι ίδιοι οι Κιώτες τους πούλησαν τα χωράφια τους για να εγκατασταθούν. Ένα γκέτο, όπως αυτά των μαύρων, που φτιάχτηκαν σε υποβαθμισμένες αστικές περιοχές όπου συγκεντρώθηκαν και απομονώθηκαν κοινότητες Αфроαμερικανών, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Οι περιοχές αυτές χαρακτηρίζονταν ιστορικά από φτώχεια, περιορισμένη πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση και εργασία, υποδομές χαμηλού επιπέδου και συχνά υψηλά ποσοστά εγκληματικότητας ή αστυνόμευσης. Όπως στον οικισμό της "Καρακάξας" της Νέας Κίου. Παράλληλα έχουμε εδώ και την σύνδεση των Ρομά με τα ναρκωτικά, ως πηγή εύκολου και γρήγορου πλουτισμού, που κάνει τις επιχορηγήσεις ως μειονότητα και παροχές πολυτέκνων κλπ. να φαίνονται απλά σαν καραμέλες την περίοδο των Χριστουγέννων.   

Αντίθετα στον ρατσιστικό μύθο περί «γενετικής προδιάθεσης» των Ρομά στην παραβατικότητα και το έγκλημα, η επιστημονική και ιστορική κοινότητα αναγνωρίζει ότι το πρόβλημα είναι το αποτέλεσμα συστημικού αποκλεισμού, ιστορικού τραύματος και ακραίας φτώχειας. Η επιστημονική κοινότητα ναι, αλλά το κράτος βλέπει μόνο την εξαγορά συνειδήσεων και ιδίως ψήφων κατά τις εκλογές, εθνικές ή τοπικές.

Η ίδια η εμβάθυνση στις κοινωνικές προεκτάσεις της σχέσης μεταξύ της τοπικής κοινότητας και της κοινότητας των Ρομά στην περιοχή της Αργολίδας (και ειδικότερα της Νέας Κίου) αποκαλύπτει διαχρονικές παθογένειες, δομικά προβλήματα και πολύπλοκα κοινωνιολογικά φαινόμενα.

Για να κατανοήσουμε την συμπεριφορά των Ρομά στην Νέα Κίο, θα πρέπει να την ερμηνεύσουμε, χωρίς αυτό να σημαίνει πως την δικαιολογούμε.

Από κοινωνιολογική σκοπιά, η παραβατικότητα σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες δεν είναι «φυλετικό» ή «γονιδιακό» χαρακτηριστικό, αλλά προϊόν χρόνιου κοινωνικού αποκλεισμού.

Η έλλειψη πρόσβασης σε ποιοτική εκπαίδευση, η στεγαστική γκετοποίηση (διαβίωση σε υποβαθμισμένους καταυλισμούς χωρίς βασικές υποδομές) και ο αποκλεισμός από την επίσημη αγορά εργασίας δημιουργούν συνθήκες ακραίας φτώχειας και παράλληλα προϋποθέσεις παράνομου πλουτισμού.

Η περιθωριοποίηση οδηγεί τμήματα αυτών των ομάδων στην ανάπτυξη μιας «οικονομίας της επιβίωσης» ή σε αντικοινωνικές συμπεριφορές (όπως η παραβατικότητα, οι παράνομοι αγώνες ταχύτητας, κ.λπ.). Αυτή η παραβατικότητα, με τη σειρά της, χρησιμοποιείται από την ευρύτερη κοινωνία για να δικαιολογήσει τον περαιτέρω αποκλεισμό τους, τροφοδοτώντας έναν αέναο φαύλο κύκλο και την στοχοποίησή τους δημιουργώντας ένα αστυνομικό τμήμα αποκλειστικά γι αυτούς.

Όταν συμβαίνει ένα τραγικό γεγονός, όπως το συγκεκριμένο θανατηφόρο τροχαίο, η τοπική κοινωνία συχνά αντιδρά μέσα από το πρίσμα αυτού που η κοινωνιολογία ονομάζει «ηθικό πανικό» (Moral Panic).

Αυτή η «ηθική» κατάσταση απογυμνώνει τα μέλη της ευάλωτης ομάδας από την ατομικότητά τους. Δημιουργεί ένα βαθύ ρήγμα -«εμείς» οι νομοταγείς πολίτες εναντίον «αυτών» των παραβατικών-, καθιστώντας τις σχέσεις γειτονίας εκρηκτικές και εχθρικές.

Η ανάγκη ίδρυσης ενός εξειδικευμένου αστυνομικού τμήματος αναδεικνύει μια δομική αδυναμία του κράτους, δηλαδή την τάση να αντιμετωπίζει κοινωνικά προβλήματα αποκλειστικά με όρους καταστολής. Όταν οι κοινωνικές δομές (σχολεία, πρόνοια, επαγγελματική κατάρτιση) αποτυγχάνουν να ενσωματώσουν μια ομάδα, το κράτος επιχειρεί να διαχειριστεί το αποτέλεσμα αυτής της αποτυχίας μέσω της αστυνόμευσης. Αν και η αστυνόμευση στην δεδομένη περίπτωση φαινομενικά προβάλλεται ως μοναδικός τρόπος για την εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας, στην πραγματικότητα όχι μόνο δεν μπορεί από μόνη της να θεραπεύσει τις αιτίες που γεννούν την παραβατικότητα, αλλά τις εμβαθύνει και αποπροσανατολίζει την κοινωνική γνώμη καλλιεργώντας ρατσιστικά και ταξικά αίτια.

Σε τοπικό επίπεδο, στην Νέα Κίο, οι σχέσεις αυτές δοκιμάζονται καθημερινά στον κοινό δημόσιο χώρο (πλατείες, δρόμους, καταστήματα). Πρόκειται για σύγκρουση Κουλτούρας και Κανονιστικότητας.  Όταν υπάρχει μεγάλη οικονομική και πολιτισμική απόσταση μεταξύ των ομάδων, ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται σε πεδίο διεκδίκησης και τριβής. Η τοπική κοινότητα αισθάνεται ότι απειλείται η καθημερινότητά της και η ποιότητα ζωής της, ενώ η ευάλωτη ομάδα αισθάνεται μόνιμα ανεπιθύμητη και υπό επιτήρηση. Και εδώ υπάρχει ένα ακόμα σημαντικό λάθος από πλευράς πολιτείας. Δεν βάζεις να συμβιώσουν δύο «κλειστές» κοινωνικές ομάδες, πρόσφυγες από την Μ. Ασία από την μια μεριά, με Ρομά από την άλλη, χωρίς να υπάρχει κανένας συνδετικός κρίκος μεταξύ τους.

Η συνύπαρξη γίνεται ανέφικτη όσο δεν υπάρχουν γέφυρες επικοινωνίας όπως, π.χ. μέσω τοπικών διαμεσολαβητών, κοινών δράσεων ή της ενεργού συμμετοχής των παιδιών των μειονοτήτων στο εκπαιδευτικό σύστημα.

Η κατάσταση στη Νέα Κίο αποτελεί μικρογραφία ενός ευρύτερου κοινωνικού ζητήματος. Η ασφάλεια είναι θεμελιώδες δικαιώματα για την τοπική κοινωνία που θρηνεί το θύμα της. Όμως η ονοματοδοσία του αστυνομικού τμήματος στο όνομα της άτυχης γυναίκας, μάλλον στην εμβάθυνση του χάσματος μπορεί να οδηγήσει και σε ενδεχόμενες συγκρούσεις παρά την ύπαρξη των αστυνομικών. Αν η Νέα Κίος θέλει πραγματικά να τιμήσει την νέα γυναίκα, ας δώσει το όνομά της στο πάρκο κυκλοφοριακής αγωγής, που τόσο άδοξα όλες οι δημοτικές αρχές άφησαν να σβήσει.

Ανοχή στη διαφορετικότητα χρειάζεται η τοπική κοινωνία κι όχι καταστολή.

Α.Σ.Α. Lupus

Σχόλια