Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΕΜΙΛ ΑΝΡΥ (1872-1894)

Ο Εμίλ Ανρύ γεννήθηκε το 1872 στην Ισπανία και ήταν γιος ενός εξόριστου Κομουνάρου. Όταν γύρισε με την οικογένειά του στο Παρίσι έγινε φοιτητής στο Prestigious Ecole Polytechnique. Αποφάσισε όμως να εγκαταλείψει τις σπουδές του και προτίμησε την «προπαγάνδα μέσω της δράσης».
Το 1893, τοποθέτησε μια βόμβα στα γραφεία της εταιρείας ορυχείων Carmaux, πασίγνωστη για τις απεργοσπαστικές της ενέργειες [συγκεκριμένα η εταιρεία είχε καταστείλει μια απεργία των εργατών της με πρωτοφανή αγριότητα]. Η βόμβα ανακαλύφθηκε και μεταφέρθηκε από την αστυνομία στο κοντινό αστυνομικό τμήμα όπου και εξερράγη, σκοτώνοντας πέντε αστυνομικούς.
Στις 12 Φεβρουαρίου του 1894, [μια εβδομάδα μετά την εκτέλεση της θανατικής ποινής κατά του Αύγουστου Βαγιάν, ο οποίος είχε επιτεθεί με βόμβα στο Κοινοβούλιο] τοποθέτησε μια βόμβα σε ένα κοσμικό καφενείο, από την έκρηξη της οποίας σκοτώθηκε ένα άτομο και αρκετά άλλα τραυματίστηκαν.
Αυτή η επίθεση προβλημάτισε πολλούς αναρχικούς της εποχής, καθώς με την πράξη του αυτή στόχευσε αθώους πολίτες. Ο Εμίλ Ανρύ δικαιολόγησε τις πράξεις του στην απολογία του, που παρουσιάζεται παρακάτω. Στη διάρκεια της δίκης με καταπληκτικά διαυγή σκέψη και ετοιμότητα αντιμετωπίζει τους κρατικούς δήμιους, αλλά όχι και με ξεκάθαρα αναρχικές θέσεις. Είναι, πάντως, χαρακτηριστική η απάντηση: «Όπως και τα κόκκινα ρούχα σου», την οποία έδωσε στον δικαστή όταν εκείνος του είπε: «Τα χέρια σου είναι βουτηγμένα στο αίμα».[*] Στην απολογία του, μπορεί να διακρίνει κάποιος έναν υπερφίαλο εγωισμό, ωμότητα, απέχθεια προς την κοινωνία γενικώς, μίσος καθώς και πολλές ακατανόητες συσχετίσεις και ταυτίσεις με την αναρχία, αποτέλεσμα της αμφιλεγόμενης «προπαγάνδας με την δράση», της ταραγμένης εποχής και των έντονων αναταράξεων, τόσο στον τομέα των ιδεών όσον και στους κοινωνικούς χώρους, με την ευρύτερη σημασία και διάσταση.
Anry-1 
«ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΤΕ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΡΧΙΑ»
«Δεν είναι για την υπεράσπισή μου αυτό που σας παρουσιάζω. Δεν αποσκοπώ με κανέναν τρόπο να γλυτώσω τα αντίποινα της κοινωνίας στην οποία επιτέθηκα. Εξ άλλου αναγνωρίζω μόνο έναν κριτή, τον εαυτό μου, και η ετυμηγορία οποιουδήποτε άλλου είναι χωρίς νόημα για μένα. Θέλω απλά να σας δώσω μια εξήγηση για τις πράξεις μου και να σας πω, πώς οδηγήθηκα στην πραγματοποίησή τους.
Είμαι αναρχικός λίγο καιρό. Ήταν πρόσφατα, στα μέσα του 1891, όταν μπήκα στο επαναστατικό κίνημα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχα ζήσει σε κύκλους πλήρως εμποτισμένους με την κυρίαρχη ηθική. Είχα εθιστεί να σέβομαι, ως και να αγαπώ, τις αξίες της πατρίδας, της οικογένειας, της εξουσίας και της ιδιοκτησίας.
Οι δάσκαλοι αυτήν την εποχή, συχνά ξεχνούν ένα πράγμα: τη ζωή, με τους αγώνες και τις ήττες της, τις αδικίες και τις ανομίες της, που αναλαμβάνει αδιακρίτως να ανοίξει τα μάτια σε όσους αγνοούν την πραγματικότητα. Αυτό συνέβη και σε μένα όπως συμβαίνει και στον καθένα. Μου είχαν πει ότι η ζωή είναι εύκολη, ότι είναι πλατιά ανοιχτή γι’ αυτούς που είναι ευφυείς και ενεργητικοί, αλλά η εμπειρία μου έδειξε ότι μόνο οι ωμοί και δουλοπρεπείς είναι δυνατό να διασφαλίσουν καλές θέσεις στο φαγοπότι. Μου είχαν πει ότι οι κοινωνικοί μας θεσμοί βασίζονται στην δικαιοσύνη και την ισότητα, εγώ παντού γύρω μου παρατηρούσα μόνο ψέματα και απάτες.
Κάθε μέρα κατέρριπτα μια αυταπάτη. Όπου και αν πήγαινα γινόμουν μάρτυς της ίδιας δυστυχίας για κάποιους και της ίδιας χαράς για κάποιους άλλους. Δεν άργησα να καταλάβω ότι τα μεγάλα λόγια που είχα διδαχτεί να σέβομαι: τιμή, αφοσίωση, καθήκον, ήταν μόνο η μάσκα που έκρυβε την πιο αισχρή ποταπότητα.
Ο βιομήχανος που δημιούργησε μια κολοσσιαία περιουσία από τον μόχθο των εργατών οι οποίοι στερούνται τα πάντα, ήταν ένας έντιμος κύριος. Ο βουλευτής και ο υπουργός που τα χέρια τους είναι πάντα ανοιχτά για δωροδοκίες, ήταν αφοσιωμένοι στο δημόσιο συμφέρον. Ο αξιωματικός που πειραματίστηκε με ένα νέο τύπο τουφεκιού σε επτάχρονα παιδιά, έκανε το καθήκον του και απροκάλυπτα στο κοινοβούλιο ο πρόεδρος της βουλής τον συνεχάρη. Ό,τι έβλεπα, με εξέγειρε και η σκέψη μου οδηγήθηκε στην κριτική της υπάρχουσας κοινωνικής οργάνωσης. Τέτοια κριτική επαναλαμβάνονταν συχνά από εμένα. Φτάνει να πω ότι έγινα ο εχθρός μιας κοινωνίας που την έκρινα ως εγκληματική.
Τραβήχτηκα αρχικά από τον σοσιαλισμό. Δεν άργησα όμως να διαφοροποιηθώ από αυτό το χώρο. Είχα τόση πολύ αγάπη για την ελευθερία, τόση πολύ εκτίμηση στην ατομική πρωτοβουλία, τόσο μεγάλη απέχθεια για την στρατιωτική οργάνωση, ώστε να μη «καταταγώ» στον εξουσιαζόμενο «στρατό» της τέταρτης εξουσίας[1]. Εξ άλλου συνειδητοποίησα ότι βασικά ο σοσιαλισμός δεν αλλάζει τίποτα από την υπάρχουσα τάξη. Συντηρεί την βάση της εξουσίας και ο,τιδήποτε λένε οι ελεύθερα σκεπτόμενοι γι’ αυτήν. Αυτή η βάση δεν είναι τίποτε άλλο από το απαρχαιωμένο κατάλοιπο της πίστης σε μια ανώτερη δύναμη.
Οι επιστημονικές σπουδές μου σταδιακά με έκαναν γνώστη του παιχνιδιού των φυσικών δυνάμεων στο σύμπαν. Έγινα υλιστής και άθεος. Συνειδητοποίησα ότι η σύγχρονη επιστήμη απορρίπτει την υπόθεση του θεού, γιατί δεν εξυπηρετεί κάποια ανάγκη. Για τον ίδιο λόγο η θρησκεία και η εξουσιαστική ηθική, που βασίζονται σε λάθος υποθέσεις, θα πρέπει να αφεθούν σε εξαφάνιση. Τότε, ρώτησα τον εαυτό μου, ποια είναι η νέα ηθική που βρίσκεται σε αρμονία με τους νόμους της φύσης, που θα αναμορφώσει τον παλιό κόσμο και θα δημιουργήσει μια ευτυχισμένη ανθρωπότητα;
Τότε ήταν που ήρθα σε επαφή με μια ομάδα αναρχικών συντρόφων τους οποίους θεωρώ ακόμα και σήμερα ανάμεσα στους καλύτερους που έχω γνωρίσει. Ο χαρακτήρας αυτών των ανθρώπων με σαγήνευσε αμέσως. Διέκρινα σε αυτούς, μεγάλη ειλικρίνεια, ευθύτητα, και διερευνητική δυσπιστία για όλες τις προκαταλήψεις. Θέλησα να καταλάβω την ιδέα που είχε δημιουργήσει ανθρώπους τόσο διαφορετικούς από κάθε άλλον που είχα συναντήσει μέχρι τότε.
Αυτή η ιδέα, από την στιγμή που την ενστερνίστηκα, βρήκε στο μυαλό μου έτοιμο το έδαφος, από παρατηρήσεις και προσωπικούς συλλογισμούς, για να γίνει αποδεκτή. Αυτή απλά διασαφήνισε αυτό που ήδη υπήρχε εκεί σε μια ασαφή και ασταθή μορφή. Με την σειρά μου και εγώ, έγινα αναρχικός.
Δεν χρειάζεται να αναπτύξω αυτή τη στιγμή, όλη την θεωρία του αναρχισμού. Θέλω απλά να δώσω έμφαση στην επαναστατική του άποψη, την καταστροφική και αρνητική άποψη, που με έφερε εδώ μπροστά σας.
Αυτή τη στιγμή του πικρού αγώνα ανάμεσα στην μεσαία τάξη και τους εχθρούς της, μπαίνω στο πειρασμό να πω μαζί με τον Souvarine στο Germinal [2]: «Όλες οι συζητήσεις για το μέλλον είναι εγκληματικές από την στιγμή που εμποδίζουν την αγνή και απλή καταστροφή και επιβραδύνουν την προέλαση της επανάστασης…»
Κουβαλούσα πάντα μαζί μου στον αγώνα, ένα βαθύ μίσος που κάθε μέρα ανανεωνόταν από το θέαμα αυτής της κοινωνίας όπου τα πάντα είναι χυδαία, τα πάντα είναι διφορούμενα, τα πάντα είναι άσχημα, όπου τα πάντα είναι εμπόδια στο ξεχείλισμα του ανθρώπινου πάθους, στην άφθονη παρόρμηση της καρδιάς, στο ελεύθερο «πέταγμα» της σκέψης.
Ήθελα να χτυπήσω όσο πιο δυνατά και όσο πιο δίκαια μπορούσα. Ας ξεκινήσουμε τότε με την πρώτη προσπάθεια που έκανα, την έκρηξη στο Rue des Bon-Enfants. Είχα παρατηρήσει από κοντά τα γεγονότα στην Carmaux. Τα πρώτα νέα της απεργίας με γέμισαν χαρά. Οι εργάτες του ορυχείου φάνηκε να εγκαταλείπουν τις άχρηστες ειρηνικές απεργίες, όπου ο έμπιστος εργάτης υπομονετικά περιμένει με τα λίγα φράγκα του, να επικρατήσει απέναντι στα εκατομμύρια της εταιρίας. Φάνηκε να μπαίνουν σε μια βίαιη κατεύθυνση που εκδηλώθηκε αποφασιστικά στις 15 Αυγούστου 1892. Τα γραφεία και τα κτίρια των ορυχείων έγιναν στόχος εισβολής από ένα πλήθος ανθρώπων κουρασμένων να δυστυχούν χωρίς αντίποινα. Η δικαιοσύνη ήταν έτοιμη να αποδοθεί πάνω στον μηχανικό, τον οποίο οι εργάτες μισούσαν βαθιά, όταν οι πιο «ψύχραιμοι» αποφάσισαν να παρέμβουν.
Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι; Αυτοί που είναι υπαίτιοι για την αποτυχία όλων των επαναστατικών κινημάτων εξ αιτίας του φόβου τους ότι οι άνθρωποι από την στιγμή που θα δράσουν ελεύθερα δεν θα υπακούουν στις φωνές τους. Αυτοί που έπεισαν χιλιάδες ανθρώπους να υπομείνουν τις στερήσεις τους, μήνα το μήνα, και δημιούργησαν για τους εαυτούς τους μια δημοτικότητα που θα τους οδηγήσει σε οφίκια εξουσίας. Τέτοιοι άνθρωποι, εννοώ τους ηγέτες των σοσιαλιστών, στην πραγματικότητα ανέλαβαν την ηγεσία του απεργιακού κινήματος.
Αμέσως ένα κύμα από αδίστακτους κυρίους εμφανίστηκε στην περιοχή, οι οποίοι έθεσαν τους εαυτούς τους εξ ολοκλήρου στην υπηρεσία του αγώνα, οργανώνοντας εισφορές, συνέδρια και κάνοντας εκκλήσεις προς όλες τις πλευρές για οικονομική ενίσχυση.
Οι εργάτες παρέδωσαν όλες τις πρωτοβουλίες στα χέρια αυτών και το τι έγινε όλοι το ξέρουμε.
Η απεργία συνεχιζόταν και οι εργάτες του ορυχείου εδραίωσαν την πιο στενή εξοικείωση με την πείνα η οποία έγινε η πιο τακτική σύντροφός τους. Κατανάλωσαν τα ελάχιστα χρηματικά αποθέματα των συνδικάτων τους και των άλλων οργανώσεων που ήρθαν για να τους βοηθήσουν και μετά, στο τέλος του δεύτερου μήνα, ξαναγύρισαν αποκαρδιωμένοι στους λάκκους τους, περισσότερο εξαθλιωμένοι απ’ ότι πριν. Θα ήταν τόσο εύκολο στην αρχή να είχαν επιτεθεί στην εταιρία στα ευαίσθητα σημεία της, τα οικονομικά, να είχαν κάψει τα αποθέματα του κάρβουνου, να είχαν σπάσει τις μηχανές, να είχαν κατεδαφίσει τις σήραγγες του ορυχείου.
Τότε ασφαλώς η εταιρία γρήγορα θα συνθηκολογούσε. Αλλά οι μεγάλοι αρχιερείς του σοσιαλισμού δεν θα επέτρεπαν τέτοιες μεθόδους γιατί αυτές είναι αναρχικές μέθοδοι. Τέτοια παιχνίδια, απ’ την μια έχουν το ρίσκο της φυλακής και –ποιος ξέρει;– πιθανόν μια από αυτές τις σφαίρες που έκαναν τέτοια θαύματα στο Fourmies[3] Αυτός δεν είναι τρόπος για να κερδίσεις θέσεις στο δημοτικό συμβούλιο ή στην βουλή. Εν κατακλείδι, έχοντας αντιμετωπίσει στιγμιαία προβλήματα, η τάξη βασίλευε πάλι στην Carmaux (Καρμώ).
Πιο ισχυρή παρά ποτέ η εταιρία συνέχισε την εκμετάλλευση, και οι κύριοι μέτοχοι, συγχαίρονταν μεταξύ τους για την ευχάριστη έκβαση της απεργίας. Τα μερίσματά τους θα γίνονταν ακόμα πιο ελκυστικά για να αποκτηθούν.
Τότε ήταν που αποφάσισα να παρέμβω άκομψα σε αυτό το κονσέρτο ευχάριστων ήχων με έναν ήχο που οι αστοί είχαν ήδη ακούσει αλλά πίστευαν ότι είχε πεθάνει μαζί με τον Ravachol[4]: τον ήχο του δυναμίτη.
Ήθελα να δείξω στους αστούς ότι εφ’ εξής η ευχαρίστησή τους δεν θα είναι ανέγγιχτη, ότι οι αναιδείς θρίαμβοί τους θα αναστατώνονται, ότι το χρυσό μοσχάρι τους, βίαια θα πετρώσει πάνω στο βάθρο του, μέχρι το τελευταίο χτύπημα που θα το ρίξει κάτω ανάμεσα στην βρωμιά και το αίμα.
Την ίδια στιγμή ήθελα να κάνω τους εργάτες του ορυχείου να καταλάβουν ότι υπάρχει μόνο μια κατηγορία ανθρώπων, οι αναρχικοί, που ειλικρινά δυσφορούν με τα δεινά τους και είναι πρόθυμοι να εκδικηθούν γι’ αυτά. Τέτοιοι άνθρωποι δεν κάθονται στο κοινοβούλιο σαν τον Monsieur Guesde και τους συνεργάτες του, αλλά πηγαίνουν στην γκιλοτίνα.
Έτσι έφτιαξα μια βόμβα. Κάποια στιγμή, οι καταγγελίες που εκτοξεύτηκαν προς τον Rovachol ήρθαν στην μυαλό μου. Τι θα γίνει με τα αθώα θύματα; Σύντομα απάντησα σ’ αυτήν την ερώτηση. Το κτίριο που η εταιρία Carmaux είχε τα γραφεία της, ήταν κατοικημένο μόνο από αστούς, άρα δεν θα υπήρχαν αθώα θύματα. Όλοι οι αστοί ζουν από την εκμετάλλευση των άτυχων, και θα εξαγνιστούν για τα εγκλήματά τους μαζί με την εταιρία. Έτσι είχα την απόλυτη πεποίθηση για την ορθότητα της πράξης μου, να αφήσω την βόμβα μπροστά στην πόρτα των γραφείων της εταιρίας.
Είχα ήδη εξηγήσει την ελπίδα μου, σε περίπτωση που ο μηχανισμός μου ανακαλυπτόταν πριν εκραγεί, να έσκαγε στο αστυνομικό τμήμα όπου και αυτοί που χτυπήθηκαν θα είναι εχθροί μου. Τέτοια ήταν τα κίνητρα που με οδήγησαν στο να διαπράξω την πρώτη απόπειρα για την οποία κατηγορούμαι.
Ας πάμε στο δεύτερο περιστατικό στο Cafe Terminus. Είχα γυρίσει στο Παρίσι την εποχή της υπόθεσης του Vaillant[5] και έγινα μάρτυρας της τρομερής καταστολής που ακολούθησε την έκρηξη στο Palais-Bourbon. Είδα τα δρακόντεια μέτρα που η κυβέρνηση αποφάσισε να πάρει ενάντια στους αναρχικούς. Παντού υπήρχαν χαφιέδες και γινόντουσαν έρευνες και συλλήψεις. Ένα πλήθος ανθρώπων αδιάκριτα πάρθηκε από τις οικογένειές του και κλείστηκε στη φυλακή. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για το τι συμβαίνει με τις γυναίκες και τα παιδιά αυτών των συντρόφων, όσο αυτοί έμεναν στη φυλακή.
Οι αναρχικοί δεν αντιμετωπίζονταν πια σαν άνθρωποι, αλλά σαν άγρια κτήνη που πρέπει να κυνηγιούνται παντού, καθώς ο αστικός τύπος που είναι ένας ελεεινός σκλάβος της εξουσίας, ζητούσε κραυγάζοντας την εξολόθρευσή τους.
Την ίδια εποχή οι ελευθεριακές εφημερίδες και τα φυλλάδια κατάσχονταν και το δικαίωμα της συνάθροισης καταργήθηκε. Χειρότερο απ’ όλα αυτά, όταν αποφάσισαν να βγάλουν από τη μέση εντελώς έναν σύντροφο, ένας χαφιές πήγε και άφησε στο δωμάτιό του ένα πακέτο που όπως είπε περιείχε τανίνη. Την επόμενη μέρα έγινε έρευνα με ένταλμα, με ημερομηνία της προηγούμενης μέρας, και ένα κουτί με ύποπτες σκόνες ανακαλύφθηκε. Ο σύντροφός οδηγήθηκε στο δικαστήριο και καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης. Αν θέλετε να ξέρετε την αλήθεια γι’ αυτό, ρωτήστε τον άθλιο χαφιέ που κατάφερε να μπει στο σπίτι του συντρόφου Meriqeaud!
Όλες αυτές οι μεθοδεύσεις ήταν καλές (για τους αστούς) γιατί χτυπούσαν έναν εχθρό που είχε διασπείρει φόβο, και αυτοί που έτρεμαν ήθελαν να δείξουν το θάρρος τους.
Σαν κορύφωση αυτής της εκστρατείας ενάντια στους αιρετικούς, ακούσαμε τον Μ. Reynal υπουργό των εσωτερικών, που δήλωσε στην αίθουσα της αντιπροσωπείας ότι τα μέτρα που πάρθηκαν από την κυβέρνηση έσπειραν τον τρόμο στο στρατόπεδο των αναρχικών. Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό. Ένας άνθρωπος που δεν σκότωσε κανέναν, καταδικάστηκε σε θάνατο. Ήταν αναπόφευκτο να παρουσιαστεί γενναίος μέχρι το τέλος, και μια ωραία πρωία αποκεφαλίστηκε στην γκιλοτίνα.
Αλλά κύριοι της αστικής τάξης, τα υπολογίσατε λίγο χωρίς τον ξενοδόχο. Συλλάβατε εκατοντάδες άνδρες και γυναίκες, βεβηλώσατε αναρίθμητα σπίτια, αλλά ακόμα, έξω από τους τοίχους της φυλακής, υπάρχουν άνθρωποι άγνωστοι σε εσάς που παρακολουθούν απ’ τις σκιές καθώς εσείς κυνηγάτε τους αναρχικούς, και περιμένουν μόνο για την στιγμή που θα είναι ευνοϊκή γι’ αυτούς με την σειρά τους να κυνηγήσουν τους κυνηγούς.
Τα λόγια του Reynal ήταν μια πρόκληση που πετάχτηκε μπροστά στους αναρχικούς. Το γάντι σηκώθηκε. Η βόμβα στο Cafe Terminus είναι η απάντηση σε όλες σας τις βιαιότητες προς την ελευθερία, στις συλλήψεις σας, στους νόμους σας εναντίον του τύπου, στις μαζικές εξορίες σας, στις γκιλοτίνες σας. Αλλά ρωτάτε: γιατί επιτέθηκες σε αυτούς τους ειρηνικούς θαμώνες του καφενείου που κάθονταν και άκουγαν την μουσική και που χωρίς αμφιβολία δεν είναι ούτε δικαστές, ούτε βουλευτές, ούτε γραφειοκράτες. Γιατί;;; Είναι πολύ απλό. Οι αστοί δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα στους αναρχικούς. Ο Vaillant (Βαγιάν), ένας άντρας μόνος του, πέταξε μια βόμβα. Τα εννιά δέκατα των συντρόφων δεν τον γνώριζαν καν. Αλλά αυτό δεν σήμαινε τίποτα. Οι διώξεις ήταν μαζικές. Ο κάθε ένας που είχε έστω και ελάχιστες αναρχικές διασυνδέσεις, κυνηγήθηκε. Και αφού εσείς θεωρείτε υπεύθυνο έναν ολόκληρο χώρο για τις πράξεις ενός μόνον ανθρώπου και τον χτυπάτε αδιάκριτα, και εμείς θα χτυπάμε το ίδιο αδιάκριτα.
Anry-2 
Ενδεχομένως θα έπρεπε να κάνουμε επιθέσεις μόνο προς τους βουλευτές που κάνουν νόμους εναντίον μας, προς τους δικαστές που εφαρμόζουν αυτούς τους νόμους, την αστυνομία που μας συλλαμβάνει; Εγώ δεν συμφωνώ. Αυτοί οι άνθρωποι είναι μόνο όργανα. Δεν δρουν στο όνομά τους. Τα λειτουργήματά τους είναι θεσμοθετημένα από τους αστούς για την δική τους άμυνα. Δεν είναι περισσότερο ένοχοι απ’ ότι οι υπόλοιποι από εσάς. Αυτοί οι καλοί αστοί που δεν έχουν κάποιο αξίωμα αλλά αποκομίζουν τα μερίδιά τους, ζώντας χωρίς να κάνουν τίποτα με τα κέρδη από τον μόχθο των εργατών, και αυτοί πρέπει να πάρουν το μερίδιό τους από τα αντίποινα. Αλλά όχι μόνο αυτοί, αλλά και όλοι εκείνοι που είναι ευχαριστημένοι με την υπάρχουσα τάξη, που χειροκροτούν τις πράξεις της κυβέρνησης και έτσι γίνονται συνένοχοί της, και εκείνοι οι υπάλληλοι γραφείου που κερδίζουν τριακόσια ή πεντακόσια φράγκα τον μήνα οι οποίοι μισούν τον λαό ακόμα περισσότερο και από τους πλούσιους, και εκείνες οι ηλίθιες σπουδαιοφανείς μάζες του κόσμου που διαλέγουν πάντα την ισχυρότερη πλευρά, – με άλλα λόγια, οι καθημερινοί πελάτες του Terminus και των άλλων πολυτελών καφέ.
Γι’ αυτό και χτύπησα τυχαία και δεν διάλεξα τα θύματά μου. Οι αστοί πρέπει να καταλάβουν ότι αυτοί που υποφέρουν, κουράστηκαν πια από τα δεινά τους, δείχνουν τα δόντια τους και θα χτυπήσουν όλο και πιο βάναυσα όσο εσείς είστε βάναυσοι με αυτούς. Δεν έχουν κανένα σεβασμό για την ανθρώπινη ζωή γιατί οι αστοί έχουν δείξει ότι δεν νοιάζονται γι’ αυτήν. Δεν αρμόζει στους δολοφόνους, που ευθύνονται για τη αιματηρή εβδομάδα και για το Fourmies, να αντιμετωπίζουν άλλους σαν δολοφόνους.
Δεν θα δείξουμε έλεος στις γυναίκες και στα παιδιά των αστών, γιατί τα παιδιά και οι γυναίκες αυτών που αγαπάμε δεν δέχτηκαν έλεος. Δεν πρέπει να μετράμε μεταξύ των αθώων θυμάτων, τα παιδιά αυτά που πεθαίνουν σιγά-σιγά από αναιμία στις φτωχοσυνοικίες εξ αιτίας του ελάχιστου ψωμιού στα σπίτια τους; Και τις γυναίκες που χλωμιάζουν στα εργαστήρια δουλεύοντας για να κερδίσουν σαράντα δεκάρες και είναι τυχερές αν η φτώχεια δεν τις σπρώξει στην πορνεία; Και τους γέρους τούς οποίους είχατε μετατρέψει σε παραγωγικές μηχανές όλη τους τη ζωή, τους οποίους πετάτε σε μια στοίβα αχρήστων ή στα πτωχοκομεία όταν οι δυνάμεις τους τούς εγκαταλείψουν;
Τουλάχιστον ας έχετε το θάρρος να αποδεχτείτε τα εγκλήματα σας κύριοι αστοί και παραδεχτείτε ότι τα αντίποινά μας είναι απόλυτα δίκαια.
Βέβαια, δεν έχω καμμιά αυταπάτη, ξέρω ότι οι πράξεις μου δεν θα γίνουν ακόμα κατανοητές από τις μάζες που είναι ανέτοιμες γι’ αυτές. Ακόμα και ανάμεσα στους εργάτες, για τους οποίους παλεύω, θα υπάρχουν πολλοί, εξαπατημένοι από τις εφημερίδες σας που με βλέπουν σαν εχθρό τους. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Εγώ δεν ανησυχώ με την κρίση του οποιουδήποτε. Ούτε έχω άγνοια του γεγονότος ότι υπάρχουν άτομα που αξιώνουν να είναι αναρχικοί αλλά σπεύδουν να αποποιηθούν οποιαδήποτε αλληλεγγύη προς τους προπαγανδιστές μέσω της δράσης. Αυτοί επιδιώκουν να εδραιώσουν μια λεπτή διάκριση μεταξύ των θεωρητικών και των τρομοκρατών. Πολύ άνανδροι για να ρισκάρουν τις δικές τους ζωές, αρνούνται αυτούς που δρουν. Αλλά η επίδραση που υποκρίνονται ότι ασκούν πάνω στο επαναστατικό κίνημα είναι μηδαμινή. Σήμερα το πεδίο είναι ανοιχτό για δράσεις χωρίς αδυναμίες και υποχωρήσεις.
Ο Αλέξανδρος Χέρτσεν, ο ρώσος επαναστάτης, είπε κάποτε: «Από δύο πράγματα πρέπει να διαλέξουμε το ένα. Να καταδικάσουμε και να προχωρήσουμε μπροστά ή να ζητήσουμε συγγνώμη και να οπισθοχωρήσουμε». Εμείς δεν σκοπεύουμε ούτε να ζητήσουμε συγγνώμη ούτε να γυρίσουμε πίσω και πάντα θα προχωράμε μπροστά μέχρι η επανάσταση, που είναι ο σκοπός των προσπαθειών μας, να κορυφώσει τη δουλειά μας με την δημιουργία ενός ελεύθερου κόσμου.
Στον ανελέητο πόλεμο που έχουμε κηρύξει στους αστούς, δεν ζητάμε οίκτο. Δίνουμε θάνατο και ξέρουμε πώς να τον υπομείνουμε. Έτσι δεν έχει ενδιαφέρον να περιμένω την ετυμηγορία σας. Ξέρω ότι το κεφάλι μου δεν θα είναι το τελευταίο που θα κόψετε. Πολλά ακόμα θα πέσουν γιατί οι πεινασμένοι αρχίζουν να γνωρίζουν τον δρόμο για τα σπουδαία καφέ και εστιατόριά σας όπως το Terminus και το Foyot. Θα προσθέσετε και άλλα ονόματα στην αιματοβαμμένη λίστα των νεκρών μας.
Έχετε κρεμάσει στο Σικάγο, έχετε αποκεφαλίσει στην Γερμανία, έχετε στραγγαλίσει στην Jerez, έχετε πυροβολήσει στην Βαρκελώνη έχετε χρησιμοποιήσει την γκιλοτίνα στην Montdrison και στο Παρίσι, αλλά αυτό που ποτέ δεν θα καταστρέψετε είναι η αναρχία. Οι ρίζες της είναι πολύ βαθιές. Γεννήθηκε στην καρδιά μιας κοινωνίας που σαπίζει και καταρρέει. Είναι μια βίαιη αντίδραση ενάντια στην επιβεβλημένη τάξη. Αντιπροσωπεύει όλες τις προσδοκίες για ελευθερία και ισότητα που εξαλείφουν την εξουσία. Είναι παντού και έτσι είναι αδύνατον να κατασταλεί. Θα καταλήξει σκοτώνοντάς σας».
Η απολογία του Εμίλ Ανρύ, έλαβε χώραν τον Απρίλιο του 1894. Οδηγήθηκε στην γκιλοτίνα, αμετανόητος…
Σημειώσεις:
[*] Σημείωση του anarchypress: Αυτή η απάντηση, βέβαια, ανεξαρτήτως του ευστρόφου της απάντησης, δείχνει και μία ταύτιση η οποία δεν συνάδει με τις αναρχικές απόψεις.
[1] Μετά τις τρεις τάξεις-εξουσίες που θεωρούνται ο κλήρος, οι ευγενείς και οι αστοί χαρακτηρίζει τους σοσιαλιστές σαν τέταρτη εξουσία-τάξη.
[2] Νουβέλα του Εμίλ Ζολά του 1885 όπου ο Souvarine είναι ένας αναρχικός βομβιστής-σαμποτέρ.
[3] Πόλη της βόρειας Γαλλίας όπου την 1η Μαΐου του 1891 σε μια ειρηνική πορεία γυναικών και παιδιών το γαλλικό κράτος δοκίμασε τα νέα του πολυβόλα με αποτέλεσμα 14 νεκρούς και 40 τραυματίες.
[4] Ψευδώνυμο του Francois-Claudius Koeningstein. Αναρχικός βομβιστής (1859-1892).
[5] Auguste Vaillant (1861-1894) Γάλλος αναρχικός. Στις 9 Δεκεμβρίου 1863 πέταξε μια βόμβα στην βουλή τραυματίζοντας 20 βουλευτές. Εκτελέστηκε στην γκιλοτίνα στις 5 Φεβρουάριου 1894.


Δημοσιεύθηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 19, Νοέμβριος 2003

Σχόλια